Οι κοινοί τόποι του έθνους, η woke δυαδική κοινωνία & οι αρνητιστές

Κυρίως θέματα Πολιτική

από Γιώργος Ρακκάς

Η υπεράσπιση της ελληνικότητας δεν νοείται να έχει αμυντικό και φοβικό χαρακτήρα, ούτε τάσεις αυτοπεριχαράκωσης. Ο ελληνικός πολιτισμός μπορεί σήμερα να συνεισφέρει ευρύτερα, ώστε η Δύση να υπερβεί την παρακμή της.

του Γιώργου Ρακκά από το Άρδην τ. 126

Οι εκλογές της 25ης Ιουνίου επιβεβαιώνουν όντως το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου, ενώ παράλληλα εγκαινιάζουν έναν νέο. Η περίοδος της μεταπολίτευσης, έχοντας πάρει μια καταστροφική για τον τόπο παράταση αρκετών δεκαετιών, τελειώνει κάπου εδώ, ως συνέπεια της μετακίνησης των τεκτονικών πλακών μεγάλων εκλογικών ακροατηρίων. Τα χαρακτηριστικά της υπέρβασης αυτής έχουν ήδη αναλυθεί σε προηγούμενα κείμενα και συζητήσεις που έχει πραγματοποιήσει το Άρδην.

Τώρα, ξεπροβάλλει η φυσιογνωμία της νέας περιόδου και τίθεται η ανάγκη να προτάξουμε τις δικές μας απαντήσεις στις νέες προκλήσεις της. Εξ άλλου, το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου αφορά όλες τις πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις, και καλεί όλους σε νέες ιδεολογικές και πολιτικές συνθέσεις. Το «Άρδην» το αφορά άμεσα, καθώς βιώσαμε και βιώνουμε τη μετάβαση αυτή μέσα από αλλεπάλληλες ρήξεις. Οριστικά με την αριστερά, κατά την περίοδο 2015-2019· έπειτα, με τον πατριωτικό χώρο, μέσω της αντιπαράθεσης για τα εμβόλια, τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, και εσχάτως την κριτική σε σχήματα τύπου Νίκης, και Σπαρτιατών. Τα παρακάτω σημεία επιδιώκουν να συνεισφέρουν στη συζήτηση για την ανανέωση του πολιτικού προφίλ και της προγραμματικής μας ατζέντας.

Ελλάδα και Δύση

Μέχρι τώρα, οι αναλύσεις μας περιλάμβαναν μια ξεχωριστή ενότητα όπου καλούμαστε να εξηγήσουμε με ποιον τρόπο η Ελλάδα συναρμόζεται στην ευρωπαϊκή και δυτική πραγματικότητα. Σήμερα, ενδεχομένως, αυτό να είναι περιττό. Κι αυτό διότι το επίκεντρο των εξελίξεων πού αφορούν την Ευρώπη και ευρύτερα τη Δύση έχει μετατοπιστεί προς τα σύνορά της με την Ανατολή (Ουκρανία, Μεσόγειος, ιδίως το νοτιοανατολικό της σκέλος).

Η Ελλάδα, όπως έχουμε επαναλάβει ουκ ολίγες φορές, αναλαμβάνει εκ των εξελίξεων και αντικειμενικά ακριτικό ρόλο, όπως το κάνουν όλες οι χώρες της μεθορίου. Βρίσκεται ως εκ τούτου στο επίκεντρο και όχι στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, στην πρώτη γραμμή των προκλήσεων που κρίνουν την αυτοδυναμία της ΕΕ: γεωπολιτικές αντιθέσεις με την Τουρκία και τη Ρωσία, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, ακόμα, ενεργειακοί δρόμοι και, δυνητικά, λόγω της σημαντικής τοποθέτησης της χώρας στους διαδρόμους των παγκόσμιων μεταφορών, εφοδιαστικές αλυσίδες.

Κάτι ακόμη: με την εξάπλωση του Woke ρεύματος στη Δύση, οι κοινωνίες της έρχονται αντιμέτωπες με το φάσμα της γενικευμένης αποδόμησης των εθνικών ταυτοτήτων, της ιστορίας, των αξιών, και εν τέλει του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και στο πνευματικό πεδίο, όπως και σε εκείνο της πολιτικής κρίσης και της γενικευμένης αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος, που ζήσαμε εμείς την προηγούμενη δεκαετία, η Ελλάδα λειτούργησε εν τέλει σαν «παρατηρητήριο» και «πολιτικό εργαστήριο».

Ο εθνομηδενισμός,από τον οποίον δοκιμάζεται η νεοελληνική συνείδηση ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, φαινόταν ότι αποτελούσε έκφραση της παρασιτικής ενσωμάτωσης της Ελλάδας στη Δύση· και όντως, με αυτή τη μορφή εμφανιζόταν μέχρι πρότινος. Ωστόσο, τώρα που ο ιός της αποδόμησης γενικεύεται σε όλες τις κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής, διαφαίνεται πως το εν Ελλάδι εθνομηδενιστικό ρεύμα αποτέλεσε και μια πρόδρομη εκδήλωση μιας ευρύτερης τάσης, από την οποία δεν γλυτώνει κανείς. Άραγε, να συμβαίνει κάτι τέτοιο επειδή εν γένει η Δύση ολάκερη τείνει να καταστεί «περιφέρεια» στη νέα, παγκόσμια αρχιτεκτονική οικονομικής, δημογραφικής, και εν τέλει πολιτικής ισχύος του 21ου αιώνα; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ενώ κατά τις προηγούμενες δεκαετίες ο εθνομηδενισμός αποτελούσε μια διαδικασία που πρόβαλλε η ίδια η Δύση προς τα έξω, και αφορούσε στην ενσωμάτωση των υπολοίπων σε ένα παγκόσμιο χωριό με κέντρο τον εαυτό της, σήμερα, έρχεται να πλήξει τώρα καίρια και αποφασιστικά την ίδια.

Ο ακριτικός ρόλος της Ελλάδας έχει μια αρνητική διάσταση, τον πολλαπλασιασμό των πιέσεων που δέχεται η χώρα, κυρίως από την Τουρκία. Η προοπτικά θετική διάσταση μπορεί να καταστεί ενεργή υπό την προϋπόθεση να αναλάβει η Ελλάδα τις ευθύνες που προκύπτουν από τον ακριτικό της ρόλο.

Τουρκία, ο δούρειος ίππος

Η στρατηγική αυτοκρατορικής επαναφοράς της Τουρκίας, η εκ νέου ανάδειξή της σε ρόλο οργανώτριας αρχής μιας επικράτειας του παγκοσμίου συστήματος, προσκρούει στην ελληνική κυριαρχία. Το ελεύθερο ελληνικό κράτος λειτουργεί ως σφήνα στη χερσαία και θαλάσσια επέκτασή της προς τη Δύση. Το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας –στο οποίο συνομολογούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της Τουρκίας πλην Κούρδων– αποτελεί μια απόπειρα εξουδετέρωσης αυτής της σφήνας.

Η Τουρκία όμως αντιπροσωπεύει για τη Δύση –πάντοτε, μέσω της Ελλάδας– μια ευρύτερη απειλή. Αυτή τη στιγμή, κι έπειτα από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ΗΠΑ και ΕΕ ιχνηλατούν πολιτικές για την ανάσχεση του ευρασιατικού άξονα. Η Τουρκία, πάλι, έχει επιλέξει στρατηγικά τη συμμαχία με τον ευρασιατικό άξονα, μιας και πιστεύει πως η επιτυχία του σχεδίου της εξαρτάται από την υποχώρηση της δυτικής ισχύος. Την ίδια στιγμή, τακτικά, έχει επιλέξει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ και να επιδιώξει την αναβάθμιση ορισμένων πτυχών των σχέσεων της με τη Δύση. Και αυτό επιλεκτικά, στα πεδία εκείνα που κρίνει ότι θα πολλαπλασιάσουν τη διαπραγματευτική θέση της απέναντί της, ιδίως έναντι της Ευρώπης.

Για παράδειγμα, η οικονομική πολιτική του Ερντογάν, που θέλει να μεταβάλει την Τουρκία σε κέντρο συναρμολόγησης, επιδιώκει να εξαρτήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες της ΕΕ από εκείνην. Η πολιτική του στο μεταναστευτικό, καθώς και η επιρροή που ασκεί στο ευρωπαϊκό ισλάμ, στοχεύει από τη μια πλευρά να καταστεί η Τουρκία κλειδοκράτορας των ροών προς την Ευρώπη, και από την άλλη, εγγυητής της τάξης και της ασφάλειας των μεταναστευτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό. Η εμπλοκή της στα σενάρια συνδιαχείρισης των κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο γίνεται με στόχο να καταστεί ρυθμιστής της ενεργειακής της αυτοδυναμίας – και βλακωδώς, το Δημοκρατικό κατεστημένο των ΗΠΑ ενθαρρύνει τα σενάρια αυτά, πιστεύοντας ότι έτσι μπορεί να δελεαστεί ώστε να ευθυγραμμιστεί με το δυτικό στρατόπεδο.

Από την άλλη, Ρωσία και Κίνα ενθαρρύνουν την τουρκική τακτική. Έχουν εύστοχα διαπιστώσει πως δεν λειτουργεί μόνο προς το δικό της συμφέρον, αλλά και ευρύτερα του ευρασιατικού άξονα. Αυτή τη στιγμή, η Τουρκία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα ως θρυαλλίδα διάσπασης της δυτικής ενότητας και αξιοπιστίας. Δεν είναι μόνο το ΝΑΤΟ, και το ότι μπλοκάρεται η δυνατότητά του να λαμβάνει και να υλοποιεί γρήγορα και αποτελεσματικά αποφάσεις. είναι και η ιδεολογική θέση και αξιοπιστία του δυτικού στρατοπέδου: από τη μία, ΗΠΑ και ΕΕ ισχυρίζονται πως έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα εναντίον καθεστώτων αυταρχικών, αναθεωρητικών, επεκτατικών, που αντιστρατεύονται τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου· από την άλλη, σπεύδουν να κατευνάσουν ένα τέτοιο καθεστώς, και υποχωρούν μπροστά στις παράλογες απαιτήσεις του, την ίδια στιγμή που εκείνο διακηρύττει προς πάσα κατεύθυνση πως ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας πτώσης της Δύσης.

Η Τουρκία, επομένως, λειτουργεί, στις σχέσεις της με τη Δύση, ως δούρειος ίππος του ευρασιατικού άξονα. Και είναι έργο της Ελλάδας να αποκαλύψει τον ρόλο της αυτόν και να βοηθήσει τις υπόλοιπες δυνάμεις της ΕΕ, καθώς και τις ΗΠΑ, να ξεπεράσουν τη στρατηγική τους μυωπία και να αντιληφθούν επιτέλους ότι απώτερος στόχος της είναι η άλωση της Ευρώπης και, μέσω αυτής, η επιτάχυνση της στρατηγικής υποχώρησης της Δύσης.

Αν η Δύση δεν μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον εαυτό της έναντι της Ευρασίας, αυτό συμβαίνει διότι έχει η ίδια μολυνθεί από τον ιό της αυτοαμφισβήτησης. Ο δυτικός κόσμος βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη Ρωσία και προκρίνει εναντίον της τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα· και όμως, εντός του, οι αξίες και τα ιδεώδη που δίνουν νόημα και περιεχόμενο στις έννοιες αυτές αποκαθηλώνονται. Η ηπειρωτική Ευρώπη, κάποτε λίκνο του κοινωνικού κράτους, της εκκοσμίκευσης, της ανοχής, της ελεύθερης σκέψης και άποψης, βιώνει τους σπασμούς του πολυπολιτισμικού κατακερματισμού, και όλα τα προηγούμενα κεκτημένα έρχονται να υπονομευτούν καθώς επελαύνει το αποσχιστικό ισλάμ με τις παράλληλες κοινωνίες του.

Η ιδεολογία της αφύπνισης (woke) βρίσκεται στο υπόβαθρο αυτής της κρίσης. Αποτελεί έκφραση μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, οπωσδήποτε μορφωμένων, απασχολούμενων συνήθως στις υψηλά αμειβόμενες δουλειές της ψηφιοποίησης, της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, του μανάτζμεντ και της πολιτισμικής βιομηχανίας. Στρέφεται εναντίον της κοινωνικής πλειοψηφίας –του εθνικού κοινωνικού κορμού– στον οποίον καταλογίζει πως είναι από τη σύστασή του «βίαιος, βρώμικος, και κακός»: διαποτισμένος μέχρι το μεδούλι με τα προπατορικά αμαρτήματα του σωβινισμού, της αναχρονιστικότητας και της «λευκής υπεροχής».

Το woke αντανακλά τις νέες κοινωνικές διαιρέσεις. Προκαλούνται αυτές από τις αλλεπάλληλες τεχνολογικές επαναστάσεις και τις ριζικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές/ανθρωπολογικές τους συνέπειες. Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, η οικονομική και η κοινωνική χρησιμότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας θεωρείται αμφίβολη: οι εργασίες ρουτίνας –χειρωνακτικές και διανοητικές– θα υποκατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη, και το μορφωτικό χάσμα λειτουργεί ως «σκληρό σύνορο» αποκλεισμού για τα κατώτερα και τα μεσαία στρώματα.

Οι νέες ελίτ μπορούν να κάνουν πλέον δίχως αυτά. Εξ ου και η προσχώρηση σε μια ιδεολογία «διαφοροποιητική», όπως λέει ο Ματιέ Μποκ Κοτε, η οποία δηλώνει τον ολοκληρωτικό τους διαχωρισμό από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Οι φορείς της «ιδεολογίας της αφύπνισης» δεν διακατέχονται από καμία αγωνία για την ηγεμονία και τον ιδεολογικό έλεγχο των «από κάτω», γιατί έχουν, εξαιτίας της διεθνοποίησης, αποκολληθεί από τον εθνικό κοινωνικό κορμό.

Έτσι, για παράδειγμα, προτιμούν να εκφράζουν την «αλληλεγγύη» τους με τις παράλληλες μεταναστευτικές κοινότητες που συγκροτεί το ευρωπαϊκό ισλάμ, παρά να δεσμεύονται σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εθνική κοινωνία, όπως συνέβαινε στη νεωτερική δημοκρατία. Μεταξύ των νέων ελίτ και των μεταναστευτικών πληθυσμών –εξ άλλου– υφίσταται μια σχέση αμιγώς οικονομική, καθώς οι τελευταίοι απασχολούνται κυρίως στις υπηρεσίες εξυπηρέτησης των πρώτων.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον νεότευκτο περιβαλλοντισμό τους: στρέφεται κυρίως εναντίον των παραγωγικών δραστηριοτήτων ή της ενεργειακής αυτοδυναμίας της Δύσης, αμφισβητώντας κάθε έννοια γεωπολιτικής αναγκαιότητας. Από την υποτίμησή της, μπορούμε να καταλάβουμε και κάτι άλλο. Ο πολυπολιτισμός δεν αναφέρεται μόνον στην εκάστοτε εγχώρια κοινωνική πραγματικότητα· αφορά επίσης και στην επίγνωση συμμετοχής σε μια υπερεθνική ιεραρχία, όπου οι, κατά τα άλλα, ενάρετοι και αφυπνισμένοι της Δύσης δεν προβληματίζονται για το εάν ο βασικός τους προμηθευτής ενεργειακών πόρων (Ρωσία), τεχνολογικών αγαθών (Κίνα) και εκείνος που παρέχει εργατικά χέρια (μουσουλμανικός κόσμος) τελούν υπό καθεστώτα αυταρχικά, ή αποθεώνουν τον ανδρικό σωβινισμό. Ο Ζούκεμπεργκ της Facebook αδιαφορεί για το εάν η πλατφόρμα του έχει καταστεί παιδική χαρά για τις ρωσικές «φάρμες τρόλ», ενώ ο πολύς Έλον Μασκ, παρότι νοικιάζει το δορυφορικό διαδίκτυο του Starling στους Ουκρανούς, δεν έχει πάρει θέση υπέρ ή κατά της ρωσικής εισβολής. Έτσι εξηγείται η «οικοφοβία» των αφυπνισμένων, η απάθειά τους απέναντι στον ευρασιανικό ολοκληρωτισμό και η ισλαμολαγνεία τους.

Το woke αποτελεί έκφραση ενδόρρηξης της Δύσης σε μια δυαδική κοινωνία – το «παγκόσμιο κέντρο» και οι περιφερειοποιημένες «ζώνες σκουριάς» της ενδοχώρας, που ανέλυε ο Κριστόφ Γκιλουΐ. Κάπως έτσι, η «αφυπνισμένη» λογική του κεφαλαίου, σε αυτήν του την εκδοχή της ολιγαρχικής ψηφιοποίησης και της χρηματιστηριοποίησης, επιταχύνει την υποχώρηση της Δύσης, την κρίση του πολιτισμού της, την απομείωση της αυτοδυναμίας της. Παράδοξο μεν ιστορικά το φαινόμενο αυτό, απολύτως συνεπές ωστόσο με τη νέα αρχιτεκτονική ισχύος του 21ου αιώνα, όπου, τα νέα κέντρα του οικονομικού δυναμισμού βρίσκονται πλέον έξω από τον δυτικό κόσμο.

Αρνητιστική δεξιά: έκφραση της δυαδικής κοινωνίας

Αν η woke ιδεολογία αντιπροσωπεύει κατ’ εξοχήν την ατζέντα των προνομιούχων, η αρνητιστική δεξιά είναι σήμερα το μαζικότερο ρεύμα έκφρασης του αποκλεισμού των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων: από τις ΗΠΑ, την alt-right, και τη συνωμοσία Qanon, μέχρι τον Ορμπάν και τους εγχώριους Σπαρτιάτες, Νίκη, Ελληνική Λύση. Αν και πηγάζουν συχνά από διακριτές ιδεολογικές αφετηρίες, οι παραφυάδες της αρνητιστικής δεξιάς εκβάλλουν στην ίδια κοίτη, έχουν ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών που επισφραγίζουν τον χαρακτήρα της.

Πρώτον, η συνωμοσιολογία, καθώς όλοι τους διακινούν τις πλείστες όσες εκδοχές της θεωρίας περί «Μεγάλης Επανεκκίνησης»· ένα υποτιθέμενο σχέδιο απανθρωποποίησης του πλανήτη που προωθείται με πρόσχημα την πανδημία και την κλιματική αλλαγή, και εκπορεύεται από ένα μυστικό ανακτοβούλιο μιας χούφτας ανθρώπων. Υπ’ αυτήν τη λογική πραγματικά γεγονότα ή τάσεις διαστρέφονται και μεταβάλλονται στη «μεγάλη συνωμοσία».

Δεύτερον, αμφισβήτηση της επιστήμης, που κρίνεται ως «ιδεολογική» και στη θέση της προκρίνεται η ανορθολογικότητα των εναλλακτικών θεωριών (παράδειγμα, στην ιατρική, τους αεροψεκασμούς, σε ακραίες περιπτώσεις τη θεωρία της επίπεδης γης).

Τρίτον, εκμετάλλευση των δυτικών αντιθέσεων και μεταβολή της καταγγελίας τους σε πρόσχημα για την προώθηση μιας ατζέντας απολυταρχισμού, απόρριψης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Θέσεις που συνδυάζονται με μια ιδεολογία που αποθεώνει τα αντιφιλελεύθερα καθεστώτα τύπου Πούτιν, Ορμπάν και Ερντογάν.

Τέταρτον, δαιμονοποίηση της Δύσης, αυτοαμφισβήτηση και οικοφοβία. Εδώ έχουμε το εξής παράδοξο: εάν οι αφυπνισμένοι μηδενίζουν τη Δύση θεωρώντας την συνώνυμη της αποικιοκρατίας και του σωβινισμού, η αρνητιστική δεξιά το κάνει ταυτίζοντάς την με το… woke και τον υπερδικαιωματισμό. Γι’ αυτήν, η Δύση –η «δυσώδης Ευρώπη», λέει ο Δ. Νατσιός– είναι συνώνυμη με τον «γονέα 1 & 2», οι δημοκρατίες της ταυτίζονται με ένα σχέδιο απανθρωποποίησης, κοινωνικής διάλυσης, και εθνικής αποδόμησης. Ενώ, από την άλλη, «με τον άνθρωπο» είναι μόνον οι ευρασιατικές δικτατορίες, οι οποίες αγωνίζονται για την παράδοση, την ταυτότητα και τις αξίες της.

Η διαστροφή, η διαστρέβλωση και ο αποπροσανατολισμός δεν είναι οι μόνες συνέπειες αυτής της ιδεολογίας. Κατ’ αρχάς, λειτουργεί ως μηχανισμός διαπαιδαγώγησης στην αμάθεια, τον νοητικό αποσυντονισμό και την απώλεια κάθε στέρεου πολιτικού κριτηρίου: η ιδεολογία, που υποτίθεται έρχεται να προστατεύσει τις μάζες από τις τυραννικές μειοψηφίες, τις καθιστά ολοένα και πιο ευάλωτες στις ψευδείς ειδήσεις, την προπαγάνδα και τις υπόλοιπες τεχνικές χειραγώγησης της πολιτικής βούλησης.

Επιπροσθέτως, η συνωμοσιολογία προάγει την απελπισία, και την περαιτέρω απομόνωση στο περιθώριο… εφ’ όσον «η προδοσία έχει ήδη συμβεί» και ο έλεγχος του πλανήτη από μια σκιώδη ολιγαρχία είναι τετελεσμένος. Εξ άλλου, πίσω από την αντίληψη, που θέλει την πραγματικότητα να ελέγχεται απολύτως και ασφυκτικά από μια χούφτα ανθρώπων-τεράτων, κρύβεται αντεστραμμένη η αποθέωση της ισχύος και της δύναμης.

Εξ ου και ο αρνητισμός του συγκεκριμένου ρεύματος. Αναπτύσσεται περισσότερο ως σύμπτωμα μιας δυαδικής κοινωνίας, και λιγότερο ως κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Ωθεί εκτεταμένα στρώματα της κοινωνίας στην πολιτική λουμπενοποίηση, και προκαλεί περαιτέρω διάρρηξη της εμπιστοσύνης τους στην εθνική δημοκρατική κοινότητα. Διευρύνει, δηλαδή, και δεν θεραπεύει το ρήγμα. Ταυτόχρονα, προϊόν και πολλαπλασιαστής της περιθωριοποίησης, συνιστά εν τέλει μια ιδεολογία που την δικαιώνει. Η αρνητιστική δεξιά, κηρύσσοντας πως όλα γύρω της έχουν ήδη εκπέσει, δημιουργεί πολιτικά γκέτο. Τραυματίζει ως εκ τούτου τους κοινούς τόπους ενός Έθνους, τα σημεία δηλαδή στα οποία μπορεί να πατήσει μια πολιτική που θέλει να θεραπεύσει το χάσμα, για να αποκαταστήσει την εκδοχή μιας «ευρύχωρης κοινωνίας» (big society) που αρμόζει σε μια δημοκρατική Πολιτεία.

Οι δυνάμεις αυτές έρχονται να ενισχυθούν αποφασιστικά από τη ρωσική υβριδική πολιτική. Στόχος της, να ενισχυθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το χάσμα που υφίσταται μεταξύ κοινωνιών και ηγεσιών στην Ευρώπη, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο που αντιστρατεύεται τη δική της αυτοκρατορική φαντασίωση. Η Ρωσία, εξ άλλου, ποντάρει στη δαιμονοποίηση της Δύσης και από τους woke και από την αρνητιστική δεξιά. Χρησιμοποιεί τους αφυπνισμένους για να πείσει τους αρνητιστές ότι οι δυτικές δημοκρατίες είναι γενετικά μηδενιστικές και αποδομητικές, και έτσι, ενθαρρύνει την ιδεολογική τους στροφή προς τον ευρασιατικό ολοκληρωτισμό. Παράλληλα, δανείζεται από τους αφυπνισμένους τη θέση τους ότι μόνον η Δύση υπήρξε ιμπεριαλιστική, και βαρύνεται με τα εγκλήματα και τις ενοχές της αποικιοκρατίας. Αυτό της επιτρέπει να συγκαλύπτει τον δικό της επεκτατισμό.

Οι δικές µας θέσεις

Από τα παραπάνω, μπορούμε να συναγάγουμε τα εξής για τον εμπλουτισμό των προγραμματικών μας θέσεων και τοποθετήσεων:

1ον Ο ακριτικός ρόλος της Ελλάδας δεν απαιτεί μόνον εξοπλισμούς και διπλωματική και κοινωνική προετοιμασία έναντι της Τουρκίας. Αναβαθμίζει και τον ρόλο της χώρας μέσα στην Ευρώπη, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και λόγο σε ό,τι αφορά στην ευρωπαϊκή στρατηγική. Σε οποιαδήποτε περίπτωση: η ευρωπαϊκή αυτοδυναμία καθίσταται κρίσιμη παράμετρος και για την αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας. Ευρύτερα, επαναδιατυπώνεται η σχέση μεταξύ εθνικού και περιφερειακού επιπέδου, ελληνικότητας και ευρωπαϊσμού. Η απόρριψη, για παράδειγμα, της πολυπολιτισμικότητας και των ανοιχτών συνόρων αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση και για τους δύο· αντίθετα, είναι δύσκολος πλέον ο συγκερασμός του αντιευρωπαϊσμού με τον πατριωτισμό.

2ον Η στροφή προς το κέντρο έχει ένα υπόβαθρο που υπερβαίνει την ελληνική περίπτωση, και την ανάγκη για υπέρβαση της μεταπολίτευσης. Αφορά και κάτι βαθύτερο: την αντιμετώπιση της δυαδικής κοινωνίας που διαμορφώνεται μέσα στο παρόν τεχνοοικονομικό περιβάλλον. Στη Δύση, η ενότητα του έθνους και της κοινωνίας, μαζί με την ίδια τη δημοκρατία, βάλλονται πανταχόθεν. Υπάρχει η αμφισβήτηση που έρχεται από την Ευρασία, και εσωτερικά, η ανάδυση μιας ολιγαρχίας προνομιούχων με τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που περιγράψαμε.

Μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, η στροφή στο κέντρο εγκαινιάζει μια πλατιά κοινωνική συμμαχία που αποσκοπεί στην αποκατάσταση των «κοινών τόπων του Έθνους». Απέναντι στον κατακερματισμό της παγκοσμιοποίησης διεκδικείται η επανακαθιέρωση της «ευρύχωρης κοινωνίας», κάτι που προϋποθέτει την επανένταξη των κατώτερων και των μεσαίων στρωμάτων σ’ έναν ενιαίο κοινωνικό κορμό: άρα, αποκατάσταση του παραγωγικού ιστού, κλείσιμο του μορφωτικού χάσματος, ανάκαμψη της δημογραφίας και έλεγχος της μετανάστευσης, απόρριψη του πολυπολιτισμού και αντιμετώπιση της ιδεολογίας της αφύπνισης.

Απαιτείται, λοιπόν, ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα το οποίο θα είναι ρηξικέλευθο. Διαγιγνώσκοντας τη μηδενιστική κατάληψη της λογικής του κεφαλαίου, θα αναζητεί δρόμους πέραν αυτού – κάτι που εξ άλλου καταδεικνύεται ήδη ως αναγκαιότητα από γεγονότα όπως η πανδημία, ή η οικολογική κρίση. Ταυτόχρονα όμως θα είναι συγκρητιστικό και όχι μονολιθικό: θα ενσωματώνει στοιχεία σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού, θα ανανεώνει το περιεχόμενο της δημοκρατίας (όχι με αναφορά στην άμεση, αλλά στο «μέσο» πολίτευμα του Αριστοτέλη), θα υπερβαίνει τα δίπολα πρόοδος και συντήρηση, εκσυγχρονισμός και παραδοσιακρατία, εισάγοντας την αντίληψη περί «εκσυγχρονισμού της παράδοσης». Μετά την κρίση των μεγάλων ιδεολογιών και των ολοκληρωτικών πολιτικών σχεδίων του 20ού αιώνα, ο 21ος αιώνας, τουλάχιστον στις πρώτες δεκαετίες του, οφείλει να διαπνέεται από ένα πνεύμα συνθέσεων.

4ον Οφείλουμε να αποκαλύψουμε τον αρνητιστικό χαρακτήρα της λαϊκιστικής δεξιάς. Να αναδείξουμε τη στρατηγική, ιδεολογική και πολιτική της σύμπλευση με την Ευρασία. Να δείξουμε γιατί περιθωριοποιεί περαιτέρω τα στρώματα εκείνα που υποτίθεται ότι προστατεύει, θολώνοντας κάθε ικανότητα κρίσης και πολιτικής διάκρισης. Να αποδείξουμε ότι ο πατριωτισμός της είναι μηδενιστικού και καταστροφικού τύπου. Όντως, σήμερα, οι θέσεις της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης και των Σπαρτιατών αναφέρονται σε μια φαντασιακή Ελλάδα η οποία θα κάνει, «σαν τον Ερντογάν», ένα σλάλομ μεταξύ της Δύσης και της Ευρασίας, και θα επιβάλει την βούλησή της κατά το δοκούν. Μια τέτοια λογική αντιτάσσει η αρνητιστική δεξιά στην πραγματικότητα των εθνικών μας ζητημάτων και της απαιτούμενης στρατηγικής αντιμετώπισής τους! Μια παραλλαγή του «θα παίζουμε νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν» του Αλέξη Τσίπρα, αυτήν την φορά όχι για την οικονομία αλλά για τη γεωπολιτική. Αυτή η απογείωση από την πραγματικότητα, όμως, συνεπάγεται εγκατάλειψη των υπαρκτών εθνικών προκλήσεων.

5ον Οι πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα αποτελούν μια εποχή κρίσιμων υπαρξιακών διλημμάτων. Η οικολογική κρίση και οι αλλεπάλληλες τεχνολογικές επαναστάσεις τα δημιουργούν. Τίθενται βαθύτατα ζητήματα όπως η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον και τη μηχανή, ο έλεγχος της τεχνητής νοημοσύνης, το εάν η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει αυτονομηθεί και υποτάξει τις κοινωνίες ή μήπως είναι ακόμα εφικτή η καθοδήγησή της.

Εδώ υπεισέρχεται η δυνατότητα της ελληνικότητας να συνεισφέρει σε οικουμενικές προκλήσεις. Η αρχαιοελληνική σκέψη, για παράδειγμα, μπορεί να συνεισφέρει στον αναπροσανατολισμό των κοινωνικών προτεραιοτήτων, τώρα που η τεχνολογία μειώνει τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο της εργασίας (μέχρι τώρα αυτό βιώνεται ως αποκλεισμός εκτεταμένων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία «μένουν πίσω»). Παράλληλα, η ορθόδοξη ανθρωπολογία παρέχει θεμέλια για μια στέρεη βιοηθική που αφορά στις λεγόμενες «τεχνολογίες του μετανθρώπου».

Δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ, αλλά οι κατευθύνσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν και στην ανανέωση του προβληματισμού περί ελληνικότητας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η υπεράσπιση της τελευταίας δεν νοείται να έχει αμυντικό και φοβικό χαρακτήρα, ούτε τάσεις αυτοπεριχαράκωσης. Ο ελληνικός πολιτισμός μπορεί σήμερα να συνεισφέρει ευρύτερα, ώστε η Δύση να υπερβεί την παρακμή της.